Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Η γοητεία της χλεύης

Γοητεύομαι με ανούσιες συζητήσεις.
Κουβεντολόι περί ανέμων και υδάτων.
Γοητεύομαι να παρακολουθώ συζητήσεις στο ναό της δημοκρατίας.
Με σκονάκια και ανταλλαγές μηνυμάτων και αισθημάτων.
Γοητεύομαι να διαβάζω προσωπικές ιστορίες ανιστόρητων παραμυθάδων.
Με επιπόλαιους χαρακτηρισμούς και λεκτικές υπερβάσεις.
Γοητεύομαι με την ιδέα να φτύσω όσους υμνούν την ελευθερία και την βιάζουν καθημερινά.
Τυχάρπαστους ρήτορες και κήνσορες.
Γοητεύομαι να γυρνάω την πλάτη μου σε ήρωες μιας χρήσης.
Θερμόαιμους και ανιστόρητους.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Το σχήμα μεταξύ Κουβέλη, Μεϊμαράκη ή Διαμαντούρου

Από την Ρωξάνη και τον Μεγαλέξανδρο, στον Φώτη Κουβέλη και στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Μίξερ. Όλα μαζί.
Και όταν θα έρθουν τα πρώτα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια και κάτσει η σκόνη, θα αναλογιστούμε, τι είχαμε και τι χάσαμε. Ένα μικρό και σύντομο απολογισμό. Όσο μας επιτρέπει η καθημερινότητα.
Και η αψεγάδιαστη εικόνα της μικρής Πόλης.
Δεν υπάρχουν περιθώρια. Ούτε προβληματισμοί για τον διάδοχο του Κάρολου Παπούλια. Υπό άλλες συνθήκες προφανώς, θα το ρίχναμε στο καλαμπούρι. Θα μετράγαμε το μπόι των υποψηφίων
Θα ρίχναμε στη ζυγαριά πρόσωπα και αντιλήψεις.
Θα περνάγαμε από κρησάρα σπουδαίες δηλώσεις μεγάλων ανδρών. Που με ύφος περισπούδαστο, μας κουνούν το δάχτυλο, και μας υποδεικνύουν πρόσωπα, μιας άλλης εποχής.

Διαβάζω απόσπασμα από το Ποίημα “το σχήμα μου” του Μιχάλη Κατσαρού

Κάποτε θ᾿ άνεβούμε καθώς προζύμι
ό σιδερένιος κλοιός θά ραγιστεῖ
τά όρη σας ὅπως πυκνά σύννεφα θά χωριστούν
οί κόσμοι θά τρίξουν
στὶς ἔντρομες αἴθουσες οί ρήτορες θά
σωπάσουν
καὶ θ᾿ άκουστεῖ ή φωνή μου:
«Οί νέοι πρίγκιπες μέ σάλπιγγες καί νέες
στολές
οί νέοι συμβουλάτορες οί νέοι παπάδες
οί πρόεδροι καί τά συμβούλια καί οί έπιτροπές
ὅλοι οί μάγοι προφεσόροι...»
Περιμένετε αύτή τή φωνή.
Ἔτσι θ᾿ άρχίζει.

Μεθώ και αναπνέω

Tο μαυσωλείο των πεσόντων, προσκυνώ.
Στη παγωνιά του σκότους, πέφτω και συνθλίβομαι.
Μια ίντσα από το μπόι μου, μετρώ.
Σπιθαμή με σπιθαμή αναπολώ
τους παγωμένους δρόμους
των ανδραγαθημάτων.
Τα ίχνη αίματος.
Τα σημάδια του έρωτα.
Διαλύω την ομίχλη στη λεωφόρο της Αγίας Πετρούπολης.
Μαζεύω τα παράσημα των επαναστατών.
Πετάω τους τίτλους τιμής των γραφειοκρατών.
Εγώ, ο αχρείος, μεθώ και αναπνέω.

μιλώ, εγώ ο «ξένος»

Θραύσματα ήχου, σιωπές στο βάθος των αιώνων.
Αντίρροπες φωνές αποθανόντων, ηρώων και νοικοκυραίων.
Πόλη χρωμάτων, θυμάτων και βαλκανικών χρωματισμών.
Πλούσια γη, με νεκρούς, ήρωες και αντιήρωες.
Στα μονοπάτια των αιώνων, στα βρώμικα στενά της Άνω Πόλης.
Όλα αλλάζουν και όλα μοιάζουν.
Αναμνήσεις και σκονισμένα βιβλία.
Στενά σοκάκια και μεγάλοι λεωφόροι.
Στη προκυμαία, πάνω στα λασπωμένα πλακάκια.
Μια ριξιά, ένα σύνθημα, το αεράκι και το πλοίο στο βάθος της Θάλασσας.
Κάτι έχει μείνει από τις μνήμες μια άλλης εποχής.
Στρεβλές και θολές εικόνες κουβαλούν στους σκυφτούς ώμους.
Κάθε ρυτίδα και ένα σημάδι.
Κάθε φωνή στα στενά της πόλης και ένα σήμα.
Τρίκυκλα γυρνάνε σαν φαντάσματα.
Ποιος ξέρει την ιστορία της πόλης;
Ποιος χωρίζει την ήρα από το σιτάρι;
Αξίζει ο κόπος να κάνεις απολογισμό αιώνων, σημάτων και νευμάτων;
 
Σας μιλώ, εγώ ο «ξένος».
Σπρώχνω μια τρίχα από το πέτο, κοιτώ από ψηλά την πόλη.
Σε πρώτο πρόσωπο, με αλληγορίες σήματα και καπνούς.
 
Ασχημονώ, οργίζομαι, σφραγίζω στόματα που ξερνούν μίσος.
Ζω μεταμφιεσμένος σε μια άλλη εποχή. Εκεί ψηλά, στην Πάνω Πόλη.
Μεταφέρομαι στους αιώνες σαν άλλος πειρατής ερώτων και ονείρων.
 
Συντρίμμια, φωτιές, στάχτη σε 32 ώρες. Έτος 1917.
Μια νέα πόλη αρρωστημένη, που θάβει την ιστορία της μέσα σε πηγάδια πολυκατοικιών.
Θαυματουργό λένε το «μύρο», το «Κιβώριο» από ασήμι και χρυσάφι.
Σμιλεύουν τον χρόνο, χρωματίζουν προσόψεις και ουρανούς.
Καταρράκτης αισθημάτων, ιδρυτών και ανήμπορων ποιητών.
Επίγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αυτός ο Κάσσανδρος.
Γιος του Αντίπαρου, ιδρυτής της πόλης.
 
Σας μιλώ, εγώ ο «ξένος».
Μετρώντας πόντο με πόντο τα όνειρά σας.
Χωρίς αναστολές, στριμώχνοντας τον χρόνο σε δευτερόλεπτα.
Πλιάτσικο κάνω, αντάρα σηκώνω, σβήνω αποτυπώματα.
 
Φώτα και ονειρώξεις, τρελαμένα σπασίματα και ποδοβολητό.
Τροχήλατη βαλίτσα, γεμάτη βιβλία, σχέδια και μολύβια.
Ψίθυροι σε κάθε γωνιά, βλέμματα ένοχα, μάτια θολά.
 
Ίκαρος πάνω από τα σύννεφα, λοξεύω τον χρόνο.
Σας μιλώ, εγώ ο «ξένος».
Προίκα είναι η ιστορία. Τα γράμματα και τα σημάδια σε τείχους.
Των ξένων οι εθνότητες και οι λαλιές.
Μετράνε χρόνια, πολέμους, πάθη και απελευθερώσεις.
Διωγμούς και αποτυπώματα πάνω στα κορμιά.
 
Σας μιλώ, εγώ ο «ξένος»
Πάνω στις ράγες της ιστορίας.
Χωρίς συμπλέγματα και ενοχές.
Σκουπίζω ιδρώτες και δάκρυα.
Παραμονεύω αδέξιους και παράνομους έρωτες.
Σμιλεύουν τον χρόνο πάνω στα τείχη.
Φωτογραφίζουν τα φθαρμένα παπούτσια.
Αναθεωρούν χρονογραφήματα και ιστορίες.
Εβραίοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και Έλληνες.
Στην αγορά σμίγουν ψυχές και σώματα.
Πανηγύρι είναι. Σε σάρκα μία.
 
Σας μιλώ, εγώ ο «ξένος».
Σε πρώτο πρόσωπο, μιλώ.
Αναιδέστατος και είρων.
 

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Ο ήχος της λάμψης

Ο ήχος της λάμψης.
Το τέλος.
Η αρχή.
Μερικά δευτερόλεπτα ζωής.
Όπως ένα νήμα που τεντώνεις και σπάει.

Ο κρότος, ανάμεσα σε δυο ζωές.